Ανδρική Οστεοπόρωση

Η οστεοπόρωση δεν αποτελεί αποκλειστικά γυναικεία νόσο! Η οστεοπόρωση αποτελεί μια νόσο στην οποία τα κόκαλα γίνονται αδύναμα και εμφανίζουν μεγαλύτερη επιρρέπεια για την εκδήλωση κατάγματος.

Η νόσος οφείλεται κυρίως στην απώλεια φυσιολογικής οστικής μάζας, που καταλήγει σε αλλοίωση της ποιότητας του οστού και διαταραχή της αρχιτεκτονικής του, με συνέπεια τα οστά να γίνονται ευαίσθητα και να παρουσιάζουν μειωμένη αντοχή στις εξωτερικές δυνάμεις. Το τελικό αποτέλεσμα της νόσου είναι η εμφάνιση, τις περισσότερες φορές ξαφνικά, οστεοπορωτικών καταγμάτων.

Τα πιο χαρακτηριστικά οστεοπορωτικά κατάγματα είναι τα κατάγματα της κερκίδας, της σπονδυλικής στήλης και του ισχίου. Αυτή η νόσος του σκελετού αποτελεί πραγματική απειλή επειδή, χωρίς να δώσει ιδιαίτερη συμπτωματολογία, οδηγεί στο κάταγμα το οποίο έχει ολέθριες συνέπειες στα άτομα, τις οικογένειές τους αλλά και στην πολιτεία.

Επιδημιολογία

Για πολλά χρόνια η οστεοπόρωση θεωρούνταν σχεδόν αποκλειστικά γυναικεία νόσος. Πρόσφατες επιδημιολογικές μελέτες έδειξαν ότι η ηλικιο-εξαρτώμενη αύξηση της συχνότητας των καταγμάτων, που διαπιστώνεται στις γυναίκες, παρατηρείται και στους άνδρες. Μόνο κατά τα τελευταία χρόνια έγινε εμφανές ότι το πρόβλημα της οστεοπόρωσης στον άνδρα αποτελεί σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Περίπου 30% των καταγμάτων του ισχίου συμβαίνει σε άνδρες και 1 στους 8 άνδρες ηλικίας μεγαλύτερης των 50 ετών θα εμφανίσει οστεοπορωτικό κάταγμα.

Η αύξηση στον κίνδυνο κατάγματος στο ισχίο αυξάνεται εκθετικά τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες αλλά η αύξηση αυτή εμφανίζεται αργότερα στους άνδρες, περίπου κατά 10 χρόνια. Οι άνδρες «χάνουν» οστική μάζα με την ηλικία, αλλά επειδή έχουν μεγαλύτερη οστική μάζα φθάνουν σε «οστεοπορωτικά» επίπεδα σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με τις γυναίκες.

Επίσης στους άνδρες, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι δεν εμφανίζεται η ταχεία οστική απώλεια που σχετίζεται με την εμμηνόπαυση στις γυναίκες. Στην ηλικία των 90 ετών, περίπου το 17% των ανδρών θα υποστεί οστεοπορωτικό κάταγμα στο ισχίο, σε σχέση με το 32% των γυναικών.

Σύμφωνα με τα κριτήρια της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (WHO), ως οστεοπόρωση ορίζεται η κατάσταση εκείνη κατά την οποία διαπιστώνεται οστική μάζα μικρότερη κατά 2,5 σταθερές αποκλίσεις από την κορυφαία οστική μάζα. Ο ορισμός αυτός αφορά μόνο μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και όχι άλλες ομάδες, αλλά επί του παρόντος το «δανειζόμαστε» ως κριτήριο και για τους άνδρες.

Αν χρησιμοποιηθούν τα ίδια κριτήρια και στους άνδρες το ποσοστό των ανδρών με οστεοπόρωση στις ΗΠΑ, ανέρχεται σε 4 - 6% των ανδρών ηλικίας μεγαλύτερης των 50 ετών έχουν οστεοπόρωση και 33 έως 47% έχουν οστεοπενία. Όσον δε αφορά στη φυλετική κατανομή, η συχνότητα της οστεοπόρωσης είναι περίπου 7% στους λευκούς άνδρες, 5% στους άνδρες της μαύρης φυλής και περίπου 3% στους Ισπανό-Αμερικανούς.

Οστική μάζα και δομή σκελετού στους άνδρες

Ο σκελετός αποτελεί έναν ιδιαίτερα δραστήριο ιστό με καταπληκτική αρχιτεκτονική, γεγονός που του επιτρέπει να εκπληρώνει τους πολλούς ρόλους που καλείται να παίξει. Από τη στιγμή της σύλληψης του ανθρώπου, κατά την ενδομήτριο ζωή αρχίζει να αυξάνεται η οστική μάζα. Η διαδικασία με την οποία τα οστά αυξάνονται και προσλαμβάνουν το τελικό τους σχήμα και μέγεθος, περίπου στο τέλος της εφηβείας, λέγεται οστική κατασκευή.

Συγχρόνως όμως, στα οστά λαμβάνει χώρα και η οστική ανακατασκευή με την οποία ο σκελετός έχει τη δυνατότητα να ανανεώνεται συνεχώς. Η οστική ανακατασκευή λαμβάνει χώρα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου και κάθε δέκα περίπου χρόνια ανανεώνεται όλος ο σκελετός. Η διατήρηση επομένως της ισορροπίας μεταξύ της απορρόφησης του παλιού οστού και της παραγωγής νέου οστού, είναι καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση της καλής κατάστασης των οστών.

Η οστική μάζα αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα που καθορίζει την εμφάνιση ή όχι κατάγματος τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας παρατηρείται μια εντυπωσιακή αύξηση της οστικής μάζας τόσο στα κορίτσια όσο και στα αγόρια. Η εφηβεία εμφανίζεται αργότερα χρονολογικά στα αγόρια και η επίτευξη της κορυφαίας οστικής μάζας επίσης επιτυγχάνεται αργότερα. Υπάρχουν σαφείς διαφορές στη μορφολογία του σκελετού μεταξύ των δύο φύλων. Οι φυλετικές διαφορές αφορούν τόσο στη μάζα όσο κυρίως στο μέγεθος. Οι διαστάσεις του ανδρικού σκελετού είναι μεγαλύτερες σε σύγκριση με τις διαστάσεις του γυναικείου.

Ως αποτέλεσμα, η ποσότητα του ολικού ασβεστίου του σκελετού είναι μεγαλύτερη στους άνδρες έναντι αυτού των γυναικών. Είναι μύθος η άποψη ότι η οστική μάζα των ανδρών είναι μεγαλύτερη σε σχέση με τις γυναίκες. Οι διαφορές αφορούν μόνο το μέγεθος. Οι φυλετικές διαφορές, οι οποίες αφορούν το κορυφαίο οστικό μέγεθος, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι το μεγαλύτερο μέγεθος του ανδρικού οστού συμβάλλει στη μεγαλύτερη αντοχή του οστού.

Ηλικιοεξαρτώμενη οστική απώλεια

Εκτός από τις διαφορές στην κορυφαία οστική μάζα, στον καθορισμό του κινδύνου κατάγματος συμβάλλουν επίσης και οι διαφορές στο ρυθμό της οστικής απώλειας. Οι περισσότερες επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν μια σχεδόν γραμμική ηλικιοεξαρτώμενη μείωση της οστικής μάζας, ενώ υπάρχουν και άλλες μελέτες στις οποίες φαίνεται ότι η οστική απώλεια γίνεται με ταχύτερο ρυθμό στους άνδρες μετά την ηλικία των 50 ετών.

Εκείνο όμως το γεγονός το οποίο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι οι μεταβολές της μικροαρχιτεκτονικής του οστού. Υπάρχουν σαφείς διαφορές στις δομικές μεταβολές που παρατηρούνται με την ηλικία μεταξύ ανδρών και γυναικών. Έτσι σε ιστομορφομετρικές μελέτες σπονδύλων έχει βρεθεί ότι στις γυναίκες παρατηρείται όχι μόνο λέπτυνση των οστικών δοκίδων, αλλά και απώλεια δοκίδων, κυρίως των οριζόντιων, ενώ στους άνδρες διαπιστώνεται μόνο λέπτυνση των δοκίδων.

Παρόμοια ευρήματα διαπιστώνονται και σε βιοψίες από δείγματα ιλιακής ακρολοφίας. Αυτές λοιπόν οι φυλετικές διαφορές, μπορεί να έχουν σημαντική επίδραση στις μηχανικές ιδιότητες του σκελετού, καθώς φαίνεται ότι οι σπόνδυλοι, που υποβαστάζουν το βάρος, διατηρούνταν σε καλύτερη κατάσταση στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες.

 

Φωτεινή Γ. Παπαδοπούλου, Ενδοκρινολόγος

Κωνσταντίνος Σ. Γκαστάρης, Ιατρός Β΄ Νοσοκομείου ΙΚΑ «ΠΑΝΑΓΙΑ»